Γράφει η Λιλή Μαρτίνου στο alakati
Με το αναγνωστικό κοινό να «γυρνά την πλάτη» στα παραδοσιακά Μέσα, την είδηση να φιλτράρεται στο «καφενείο των social media» με τις ανάλογες επιπτώσεις (διαφορετική ανάγνωση σε συσχετισμό με την ιδεολογική πόλωση που επικρατεί σε γκρούπες ή κοινά) και τον σκαιό έλεγχο της κυβέρνησης από το 2019 και μετά να αποτελεί τον «κυρίαρχο του παιχνιδιού» ρυθμίζοντας τη ροή ειδήσεων αλλά και την ποιότητα έτσι ώστε να μην «τραυματίζεται» το προφίλ της (καθώς και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), ο προβληματισμός σχετικά με την εγκυρότητα της πληροφορίας (είδησης) αυξάνεται.
Σταδιακά η είδηση μεταμορφώνεται σε στρατηγικές και μάρκετινγκ του πολιτικού πλαισίου με στόχο απλώς την επικράτηση της κυβερνητικής ομάδας, την αποσιώπηση ειδήσεων που σχετίζονται με αρνητική προβολή της και τη δημιουργία ακόμη και fake news που διασπείρονται για να υποτιμήσουν τις όποιες αντιδράσεις των πολιτών, να σπιλώσουν τις σωστές κινήσεις της αντιπολίτευσης (όποτε συμβαίνουν) και να εξάρουν το κυβερνητικό έργο.
Η ιστορία ωστόσο ξεκινάει από το 2019 καθώς με την ανάληψη της κυβερνητικής πλειοψηφίας από τη Νέα Δημοκρατία το πρώτο ΦΕΚ που εξέδωσε προέβλεπε ότι η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας περνά απευθείας υπό την εποπτεία του Πρωθυπουργού, μαζί με την Ειδική Γραμματεία Επικοινωνιακής Διαχείρισης Κρίσεων.
Η Γενική Γραμματεία είναι ο φορέας που εποπτεύει την ΕΡΤ και το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ενώ το ΦΕΚ σημείωνε και ειδικές ρυθμίσεις για μεταφορά αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού προς άλλα υπουργεία. Με την αλλαγή αυτή, οι αρμοδιότητες, οι θέσεις και οι εποπτευόμενοι φορείς της Γενικής Γραμματείας βρέθηκαν υπό τον έλεγχο του Πρωθυπουργού.
Και είναι απορίας άξιο γιατί τόση φούρια να τεθούν υπό την εποπτεία του Πρωθυπουργού αυτοί οι φορείς… Μα γιατί μέσω αυτών μπορεί να ελέγχεται πλήρως η είδηση και το πώς διασπείρεται ευρέως στους πολίτες.
Την ίδια εποχή οι ιντερνετικές σελίδες βρίσκονταν σε άνθιση και σταδιακά επιβεβαιώνεται η τάση επικράτησής τους στην ενημέρωση των πολιτών έναντι των παραδοσιακών Μέσων.
Μέσω των ιστοσελίδων, που αποτελούν το κυρίως Μέσο ενημέρωσης των ηλικιακών ομάδων κάτω των 60 ετών, η είδηση φιλτράρεται και πλασάρεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Την ίδια εποχή γεννάται και το ερώτημα: γιατί όλοι οι δημοσιογράφοι γράφουν περίπου με τον ίδιο τρόπο;
Σαφώς, όλοι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν το ίδιο στυλ γραφής, ούτε την ίδια προσέγγιση απέναντι στα θέματα ειδησεογραφικού χαρακτήρα που λαμβάνουν χώρα καθημερινά.
Ωστόσο, με την επικράτηση της ροής ειδήσεων που ισχύει για την πλειονότητα των ψηφιακών Μέσων (ανέβασμα θέματος στην ιστοσελίδα ανά 10 λεπτά κατά μέσο όρο!) ο ρόλος του ΑΠΕ ΜΠΕ καθίσταται καθοριστικός και το copy paste από τον επίσημο ειδησεογραφικό φορέα του κράτους αντικατέστησε σταδιακά τη δημοσιογραφική έρευνα και τεκμηρίωση.
Καθημερινά η ίδια είδηση διασπείρεται σε όλα τα Μέσα… Και εδώ απαντάται η απορία «γιατί το ΑΠΕ ΜΠΕ είναι υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού;».
Την ίδια ώρα ποικίλουν τα εργαλεία και ο τρόπος να αποπροσανατολίζεται το μιντιακό κοινό από κυβερνητικά σκάνδαλα, υποθέσεις διαφθοράς και κυβερνητικές ατασθαλίες στον τομέα της οικονομίας.
Σε αντίθεση με τα Μέσα του εξωτερικού, στην Ελλάδα το αστυνομικό ρεπορτάζ και μείζονος σημασίας θέματα που αποκτούν έκταση και ιδιαίτερη προβολή (κάποιες φορές αγγίζοντας και μεθόδους «κλειδαρότρυπας» των εμπλεκομένων) λειτουργούν αποπροσανατολιστικά μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον του κοινού προς άλλες κατευθύνσεις. Με τον ίδιο τρόπο θέματα που ενδέχεται να «τραυματίζουν» το προφίλ της κυβέρνησης «κουκουλώνονται» τεχνηέντως.
Και τα δημοσιογραφικά σωματεία; Σε ένα χώρο που μαστίζεται από κακές συνθήκες εργασίας, αυθαιρεσίες, κακοπληρωμένο και ταλαιπωρημένο ανθρώπινο δυναμικό, ένα χώρο πλήρως εξαρτημένο από κρατικές επιδοτήσεις, μιας και η οικονομική κρίση επέφερε πτώση των διαφημιστικών εσόδων, το σωματείο στέκεται αμήχανο, κάνει σποραδικές απεργίες χωρίς όμως χειροπιαστό αποτέλεσμα και ζητεί την ατομική ευθύνη των μελών του με αντίδραση στις εργοδοτικές πρακτικές και τα συμφέροντα που πλανώνται στον δημοσιογραφικό χώρο, την ώρα που το «τσεκούρι» της ανεργίας στέκεται αμείλικτο πάνω από τα κεφάλια των εργαζομένων στα ΜΜΕ (δύσκολο να δράσει ο καθείς ατομικά χωρίς να διακινδυνεύσει την εργασία του).
Σαφώς η καθυστέρηση να ενταχθούν —έστω και ως δόκιμα μέλη— στα επίσημα σωματεία εργαζομένων του Τύπου οι εργαζόμενοι στα Ηλεκτρονικά Μέσα έπαιξε επίσης ρόλο υπέρ της εργοδοσίας (και των συμφερόντων που αυτή υπηρετεί) και δυστυχώς το «ποτάμι δεν γυρνά πίσω»…
«Σκιές» καλύπτουν την είδηση
Η δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια λοιδωρείται, έχασε τη δυναμική της και επικράτησε η δυσπιστία απέναντι στον λόγο της, έχασε και τη δυνατότητα παρεμβατισμού φορτωμένη σε ένα «καραβάνι» που αποτελεί συνονθύλευμα ολοκληρωτισμού της είδησης, κυβερνητικής επιβολής και δυνατότητας χρηματοδότησης.
Οι κατά καιρούς κρατικές λίστες χρηματοδότησης (Πέτσα, Πλεύρη και η αναμενόμενη Πιερρακάκη μέσω ΕΣΠΑ) ενισχύουν την πλήρη εξάρτηση των Μέσων από το κράτος (παρά τη διατυπωμένη άποψη της κυβέρνησης για ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και απελευθέρωσης από την κρατική εξάρτηση).
Καθώς ο δημοσιογραφικός χώρος δονείται ποικιλοτρόπως με κίνδυνο να καταρρεύσει, Μέσα που θεωρούνται ανεξάρτητα ψάχνουν τρόπους χρηματοδότησης για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, ωστόσο αυτό καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο σε μία χώρα που η είδηση διαδίδεται δωρεάν (πρόκειται για ευτελισμό του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και αδυναμία περιχαράκωσης των πλαισίων του).
Σε αυτό το τοπίο blogs και ιστοσελίδες από μη επαγγελματίες του χώρου «ανθίζουν» καθημερινά με στόχο την ελευθερία έκφρασης και την απελευθέρωση της πληροφορίας (ή σε κάποιες περιπτώσεις και την απελευθέρωση από την εξώφθαλμη προπαγάνδα), ωστόσο δύσκολα καταφέρνουν να αγγίξουν το ευρύ κοινό καθώς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις και δεν διαθέτουν προβολή και οικονομική υποστήριξη.
Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, δεν διαθέτουν και επαγγελματική κατάρτιση, ώστε να επιβιώσουν ως έγκυρη ενημέρωση —έστω— μικρού βεληνεκούς. Το γεγονός ότι η ενημέρωση παρέχεται δωρεάν και δεν ορίζεται ο χώρος (όπως ορίσθηκαν άλλοι επαγγελματικοί χώροι) συντελεί σε ακόμη χειρότερες εργασιακές συνθήκες για την πλειονότητα των δημοσιογράφων.
Το πρόβλημα πολυφωνίας και ελευθερίας του Τύπου ενισχύεται και αποτυπώνεται σε εκθέσεις και δημοσκοπήσεις όχι μόνο ελληνικών εταιρειών δημοσκόπησης αλλά και διεθνών οργανισμών.
Αυτές οι υψηλού προφίλ αρνητικές κρίσεις έχουν στρέψει τα βλέμματα στην Ελλάδα, οδηγώντας σε αυξημένη παρακολούθησή μας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μια πρόσφατη διεθνή αποστολή αξιολόγησης της ελευθερίας του Τύπου από έναν συνασπισμό διεθνών οργανισμών υπεράσπισης της ελευθερίας των Μέσων Ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου του International Press Institute (IPI).
Ωστόσο, οι άμεσες προκλήσεις εδράζονται σε πολύ βαθύτερα συστημικά προβλήματα, όπως η έλλειψη πλουραλισμού στα Μέσα, οι απειλές κατά της ανεξαρτησίας τους λόγω ολιγαρχικής ιδιοκτησίας και η αδύναμη ρυθμιστική εποπτεία του Τύπου.
Την εικόνα περιπλέκει περαιτέρω η αγορά Μέσων Ενημέρωσης, που έχει πληγεί από επανειλημμένες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες αποδυνάμωσαν την αγορά διαφήμισης και οδήγησαν τα παραδοσιακά μέσα στα χέρια μεγαλοεφοπλιστών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα τοπίο Μέσων Ενημέρωσης που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα κατακερματισμού και πόλωσης, καθώς και ευρεία αυτολογοκρισία σε μια δημοσιογραφική κοινότητα που είναι ανεπαρκώς προστατευμένη και υποχρηματοδοτούμενη.
Μία ματιά σε εκθέσεις και δημοσκοπήσεις του 2025 είναι αποκαλυπτική για την κατάσταση των ΜΜΕ στην Ελλάδα.
Human Rights Watch: Η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης από το κακό στο χειρότερο
«Σκελετοί κρυμμένοι στη ντουλάπα» της δημοσιογραφίας
Η κρίση της ελληνικής δημοσιογραφίας έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: συγκέντρωση εξουσίας σε (ευκαιριακούς) εκδότες, οικονομική ασφυξία και απειλή της πολυφωνίας. Η ελληνική δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια βιώνει μια βαθιά και πολυδιάστατη κρίση, που επηρεάζει όχι μόνο την ελευθερία του Τύπου αλλά και τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας.
Η πρόσφατη έκθεση της Human Rights Watch (https://www.hrw.org/report/2025/05/08/bad-worse/deterioration-media-freedom-greece) καταδεικνύει ότι η ελληνική ενημέρωση αντιμετωπίζει πρωτόγνωρες προκλήσεις: συγκέντρωση εξουσία στα χέρια της πολιτικής, οικονομική συρρίκνωση, αυτολογοκρισία και περιορισμένηκρατική στήριξη. Αναλυτικά, η Human Rights Watch δημοσίευσε αναφορά 101 σελίδων με τίτλο «From Bad toWorse: The Deterioration of Media Freedom in Greece», καταγράφοντας σοβαρή κρίση της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα.
Από το 2019, οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν παρενοχλήσεις, εκφοβισμό, παρακολούθηση και καταχρηστικές αγωγές, οδηγώντας σε αυτολογοκρισία και περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου. Το κράτος χρησιμοποιεί δημόσια κονδύλια για να επηρεάζει την κάλυψη και ασκεί έλεγχο στα δημόσια ΜΜΕ, υπονομεύοντας τη δημοκρατία και το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση.
Κύρια ευρήματα της έκθεσης
Συγκέντρωση ιδιοκτησίας στα μέσα: Λίγα ισχυρά χέρια, συχνά με δεσμούς με την
κυβέρνηση, ελέγχουν την ενημέρωση.
Παρακολούθηση δημοσιογράφων: Χρήση spyware, όπως το Predator, για στοχοποίηση.
Νομικές πιέσεις: Εκμετάλλευση του νομικού συστήματος μέσω SLAPP αγωγών και
περιορισμοί στην πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα.
Διαφάνεια και κρατική διαφήμιση: Έλλειψη διαφάνειας στη διανομή κρατικής διαφήμισης
και κατευθυνόμενη ενημέρωση υπέρ της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των προβλημάτων, ενώ η διεθνής ανησυχία αυξάνεται.
Η HRW ζητά από την ΕΕ να ασκήσει πίεση για ουσιαστική βελτίωση και προστασία της
δημοσιογραφίας.
Προστασία δημοσιογράφων από παρενόχληση και εκφοβισμό.
Ενίσχυση του δικαιώματος πληροφόρησης και της πολυφωνίας.
Δημιουργία περιβάλλοντος που ευνοεί ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Μέσω αυτών των μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να εκπληρώσει τις δημοκρατικές δεσμεύσεις της και να ενισχύσει την ελευθερία της έκφρασης.
Ολόκληρο το άρθρο το διαβάζετε εδώ



