Δημοσιογραφία και εργασιακές σχέσεις

Από τον Αλέξανδρο Αρβανιτά

Ο πολύς κόσμος θεωρεί πως το επάγγελμα του δημοσιογράφου, εκτός όλων των άλλων πλεονεκτημάτων, είναι και οικονομικά προσοδοφόρο. Αυτό, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι αρέσκονται να βλέπουν τη βιτρίνα. Γιατί αυτή όντως είναι εκθαμβωτική.

Ωστόσο, παραμορφώνει τη συνολική εικόνα. Πόσοι είναι αυτοί οι… δημοσιογραφικοί αστέρες, οι οποίοι αμείβονται αρκετά καλά, ακόμη και σήμερα, προκειμένου να κάνουν τη… δουλίτσα τους; 100, 200 άντε 500 νοματαίοι, οι οποίοι βρίσκονται σε διευθυντικές θέσεις εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.

Αφήνω έξω από τη συζήτηση τα sites, γιατί εκεί η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και τα συνδικαλιστικά όργανα -ιδίως η ΕΣΗΕΑ- έπρεπε να είχαν παρέμβει χτες. Πίσω λοιπόν από την γκλαμουριά των τηλε-αστέρων, τα παχυλά συμβόλαια των ολίγων, υπάρχει ένα τεράστιο προλεταριακό στρώμα, το οποίο δίνει μάχη για την καθημερινή του επιβίωση. Θα μου πείτε «μήπως το ίδιο δεν γίνεται σε όλους τους κλάδους των εργαζομένων;».

Η απάντηση είναι βεβαίως και γίνεται παντού. Όμως, η δημοσιογραφία έχει μια ιδιαιτερότητα, η οποία δεν υφίσταται σε κανέναν άλλον τομέα. Και αυτό ισχύει ειδικά στο ρεπορτάζ. Όταν εμφανίζεται κάποιος νέος με όνειρα, για να εργαστεί, εντάσσεται σε μια διαδικασία, αυτή του δόκιμου συντάκτη. Εκεί, υποτίθεται ότι μαθαίνει από τους παλιότερους τη δουλειά. Αυτό το στάδιο κρατάει συνήθως δύο με τρία χρόνια το λιγότερο. Αφού ο νεαρός συντάκτης κάνει όλη τη βρόμικη δουλειά, θα έρθει η ώρα του να βγει στο ρεπορτάζ, στο δρόμο.

Όσο ικανός και αν είναι, σπανιότατα θα δει να μπαίνει το όνομά του, προκειμένου να επιβραβευτεί για τον κόπο του. Συνήθως ο… δόκιμος, ο οποίος βγάζει ένα σοβαρό όγκο δουλειάς, δεν πληρώνεται. Έτσι, πρέπει να κάνει υπομονή, έως ότου μπει στο μισθολόγιο, και μέχρι τότε να τον συντηρούν οι γονείς του. Συμβαίνει αυτό σε κάποιον νέο άνθρωπο ο οποίος θα πιάσει πρώτη φορά εργασία ως ανειδίκευτος; Ασφαλώς και όχι. Θα πληρωθεί με βάση τον κατώτερο μισθό, από την πρώτη σχεδόν εβδομάδα απασχόλησής του. Αν λοιπόν ο νεαρός δόκιμος συντάκτης περάσει τις εξετάσεις, δεν μπαίνει απευθείας στο μισθολόγιο του Μέσου που εργάζεται. Το νέο καθεστώς ονομάζεται «προμισθολόγιο».

Καινούργιος και μοντέρνος όρος. Θα εξακολουθήσει να δουλεύει ατέλειωτες ώρες και να του δίνεται κάτι σαν αμοιβή. Μπορεί δηλαδή ύστερα από τρία χρόνια να βγει γι’ αυτόν το… πανύψηλο κονδύλι των 200 άντε 300 ευρώ και να είναι και ευχαριστημένος. Με αυτά τα χρήματα πρέπει να πληρώσει τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Ούτε λόγος να συντηρήσει δικό του αυτοκίνητο. Πρέπει να φάει κατιτίς όλη τη μέρα. Ένα σάντουιτς, μια σαλάτα, όχι πολυτέλειες. Πρέπει να πιει ένα καφέ και να αγοράσει το νερό. Και αυτό με μέτρο. Και, προφανώς, επιβάλλεται να είναι πρόθυμος και πάντα στην τσίτα. Γιατί αν αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει ταξί για να προλάβει υποχρέωσή του, τότε την έβαψε. Και, βεβαίως, δεν συζητάμε να καπνίζει, γιατί, αλλιώς, μετά το πρώτο μισό του μήνα, θα βγει στη ζητιανιά για δανεικά. Αυτός είναι ο κανόνας. Όχι τώρα με τα μνημόνια, αλλά και πριν, όταν υπήρχαν συμβάσεις, αξιοπρεπείς μισθοί, κυριακάτικα και αργίες. Οι νέοι ήταν παιδιά ενός κατώτερου θεού, σε χειρότερη κατάσταση και από τους νέους στο στρατό.

Ύστερα από δέκα χρόνια μνημονιακής λιτότητας, το τοπίο στο χώρο άλλαξε, καθώς οι όροι αμοιβών και εργασίας θυμίζουν καθεστώτα δουλοπαροικίας. Οι μισθοί, στη συντριπτική πλειονότητά τους, κατάντησαν φιλοδωρήματα. Τα ωράρια είδος προς εξαφάνιση. Η συγκέντρωση Μέσων στα χέρια ελάχιστων επιχειρηματιών οδηγεί σε νέα δεδομένα. Απασχολείσαι σε όλα τα Μέσα του Ομίλου, όσο χρειαστεί, χωρίς καμία επιπλέον μισθολογική επιβράβευση. Υποχρέωσή σου είναι να εργάζεσαι, να μη ρωτάς και κυρίως να μη διαμαρτύρεσαι. Είπα πριν τη λέξη «μισθός». Αυτός πλέον τείνει να καταντήσει ανέκδοτο.

Γιατί το ερώτημα που τίθεται δεν είναι πόσο πληρώνεται κάποιος, αλλά αν πληρώνεται. Τα λουκέτα την τελευταία δεκαετία πολλά. Ακόμη και μεγάλες παραδοσιακές δυνάμεις στο χώρο έκλεισαν σε μια νύκτα. Και εννοείται ότι οι εργαζόμενοι έχασαν μισθούς, αποζημιώσεις και ό,τι τέλος πάντων δικαιούνταν. Όσοι ιδιοκτήτες επέζησαν από το τσουνάμι, επέλεξαν άλλο δρόμο. Μπορεί οι μισθοί να είναι της πείνας, αλλά δεν χρειάζεται να τους δίνουμε κάθε μήνα. Όποτε μπορούμε, αν και εφόσον. Τα φέσια στην αγορά έχουν κτυπήσει ταβάνι. Το ερώτημα σήμερα είναι πόσοι εργοδότες πληρώνουν στην ώρα τους; Και, δυστυχώς, είναι ελάχιστοι. Οι νόμοι εννοείται ότι δεν τηρούνται. Ούτε ως προς την καταβολή των νόμιμων αποδοχών ούτε ως προς την τήρηση ωραρίων και λοιπών τέτοιων μπανάλ πραγμάτων. Κάθε κρίση αποτελεί ευκαιρία για πολλούς να γίνουν πλουσιότεροι και ισχυρότεροι. Και έχουν βεβαίως τις κυβερνήσεις να τους κάνουν τα χατίρια και τις εξυπηρετήσεις. Και αυτοί, εννοείται, να ανταποδίδουν τις χάρες. Έτσι πάει το πράγμα. Το ένα χέρι νίβει το άλλο. Σήμερα οι μισθοί -θεωρητικώς πάντα- δεν γίνεται να κατέβουν κι άλλο, γιατί έχουν φτάσει για τους πολλούς στο επίπεδο του βασικού. Ωστόσο, εφευρίσκονται πολλές, δαιμόνιες και καινοτόμες… ομορφιές.

Για παράδειγμα η εκ περιτροπής εργασία. Ειδικά στο χώρο των περιοδικών, αυτό θα επεκταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όσοι εργοδότες αντέξουν στην κρίση, θα εξακολουθούν να παρανομούν με τις ευλογίες του κράτους και να εκβιάζουν συναισθηματικά τους υπαλλήλους τους: «Μη μιλάτε. Κοιτάξτε τι γίνεται στην αγορά. Δείτε πόσοι άνεργοι, καλοί επαγγελματίες, υπάρχουν έξω να κάνουν τη δική σας δουλειά. Υπομονή, γιατί αν δεν βάλετε πλάτη στα δύσκολα, θα αναγκαστούμε μετά λύπης μας να κλείσουμε». Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στον θαυμαστό κόσμο των media. Και αυτό που θα επακολουθήσει στο χώρο μας θα μοιάζει πολύ με την επέλαση των βαρβάρων.

Τελικά, τι θα κάνουμε; Θα τους κοιτάμε ή θα τους σταματήσουμε; Ιδού η απορία…

1 comment for “Δημοσιογραφία και εργασιακές σχέσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *