του Ηλία Σκυλλάκου για το Infowar.gr
Το σκάνδαλο των υποκλοπών με το λογισμικό Predator έφερε στο προσκήνιο μια τρομαχτική πλευρά της δραστηριότητας της ισραηλινής βιομηχανίας παρακολούθησης στην Ελλάδα. Υπάρχει όμως, και μια άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά, που αναπτύσσεται μέσα από θεσμικά προβλεπόμενες διαδικασίες, όπως η συνεργασία με κρατικές υπηρεσίες, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα και η αξιοποίηση δημόσιων χρηματοδοτήσεων.
Τι συνδέει λοιπόν την Ελληνική Αστυνομία και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ) με ισραηλινές εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνολογίες υποκλοπής επικοινωνιών και παρακολούθησης; Και ποιο είναι το νήμα που οδηγεί από το Νότιο Σουδάν, όπου οι μυστικές υπηρεσίες κατηγορούνται για βασανιστήρια, εξαφανίσεις, διώξεις και φυλακίσεις αντιφρονούντων, μέχρι την Ελλάδα και τα ευρωπαϊκά προγράμματα ασφάλειας;
Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Τον Δεκέμβριο του 2020, η Human Rights Watch δημοσίευσε μια έκθεση για όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες των εγκαταστάσεων της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSS) στο Νότιο Σουδάν. Βασανιστήρια, άγριοι ξυλοδαρμοί, αυθαίρετες κρατήσεις και άνθρωποι που εξαφανίζονταν στα χέρια των υπηρεσιών ασφαλείας, συνέθεταν την πραγματικότητα ενός μηχανισμού που λειτουργούσε ανεξέλεγκτα. Ανάμεσα στα θύματά του βρίσκονταν δημοσιογράφοι, πολιτικοί αντίπαλοι και πολίτες που είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση. Η έκθεση, με τίτλο «What Crime Was I Paying For?» («Για ποιο έγκλημα πλήρωνα;»), στηρίχθηκε σε συνεντεύξεις με 48 πρώην κρατουμένους και ακόμη 37 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων πρώην στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας και συγγενείς των θυμάτων. Η έρευνα κάλυψε την περίοδο 2014–2020 και αποκάλυψε τη λειτουργία ενός εκτεταμένου συστήματος παράνομων κρατήσεων, βασανιστηρίων και παρακολουθήσεων.
Όλα αυτά τα χρόνια καταγράφηκε η λειτουργία τριών κέντρων κράτησης στην πρωτεύουσα Τζούμπα, γνωστών ως Blue House, Riverside και Hai Jalaba. Άνθρωποι συλλαμβάνονταν χωρίς δικαστικά εντάλματα και παρέμεναν φυλακισμένοι για μήνες ή ακόμη και χρόνια, χωρίς απαγγελία κατηγοριών, πρόσβαση σε δικηγόρο ή επικοινωνία με τις οικογένειές τους.

Οι μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης ήταν αποκαλυπτικές. Πρώην κρατούμενοι περιέγραψαν ξυλοδαρμούς με μεταλλικές ράβδους, καλώδια και μαστίγια, ηλεκτροσόκ, εγκαύματα από λιωμένο πλαστικό και σεξουαλική βία. Δεκαεννέα από τους 48 πρώην κρατουμένους ανέφεραν ότι είχαν υποστεί βασανιστήρια ή άλλη σωματική κακομεταχείριση.
Ένας από τους κρατούμενους, που απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 2018, περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια της τριετούς κράτησής του στο Blue House, οι βασανιστές του τον έδεναν, τον τοποθετούσαν μέσα σε σάκο και τον χτυπούσαν με ξύλα και μεταλλικές ράβδους. Είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς στη σπονδυλική στήλη και στο πόδι, ενώ εξακολουθούσε να φέρει τα σημάδια της κακοποίησης.
Οι αποκαλύψεις δεν σταματούσαν στις συνθήκες κράτησης. Πρώην στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας περιέγραφαν έναν εκτεταμένο μηχανισμό παρακολούθησης των επικοινωνιών, ενώ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η οργάνωση, πράκτορες της NSS είχαν εκπαιδευτεί από την ισραηλινή Mossad την προηγούμενη περίοδο.
Δύο μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2021, μια νέα έρευνα έφερε στο φως περισσότερα στοιχεία. Η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε την έκθεση «These Walls Have Ears» («Αυτοί οι τοίχοι έχουν αυτιά»), αποκαλύπτοντας πώς η παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών είχε μετατραπεί σε εργαλείο κρατικής καταστολής στο Νότιο Σουδάν. Πρώην κρατούμενοι περιέγραφαν ότι, στη διάρκεια των ανακρίσεων, οι πράκτορες γνώριζαν λεπτομέρειες από ιδιωτικές συνομιλίες τους. Οι πληροφορίες που συγκέντρωναν οι υπηρεσίες ασφαλείας, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό, τον εκφοβισμό και τη δίωξη ανθρώπων που θεωρούνταν απειλή για την κυβέρνηση.
Ανάμεσα στα έγγραφα που εξετάστηκαν βρισκόταν και το όνομα μιας ισραηλινής εταιρείας: Verint Systems Ltd, θυγατρικής της αμερικανικής Verint Systems Inc.

Η ελληνική διαδρομή της Verint ξεκινά τουλάχιστον από το 2009
Η αναζήτηση των σχέσεων της Verint με ελληνικούς κρατικούς φορείς των Σωμάτων Ασφαλείας οδηγεί αρκετά χρόνια πριν από τις αποκαλύψεις για το Νότιο Σουδάν, το Μαρόκο και την Κολομβία. Μέσα από τα επίσημα αρχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει μια συνεργασία, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον.
Την 1η Ιουνίου 2009 ξεκίνησε το ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα ESS — Emergency Support System, με συντονίστρια την ισραηλινή Verint Systems Ltd.
Ανάμεσα στους εταίρους της κοινοπραξίας βρισκόταν το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), ελληνικός φορέας που εποπτεύεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν συνολικά 19 φορείς από εννέα χώρες, με συντονίστρια την Verint Systems. Μεταξύ των εταίρων περιλαμβάνονταν επίσης και η ισραηλινή εταιρεία στρατιωτικής τεχνολογίας Aeronautics Defense Systems, το γερμανικό ερευνητικό ινστιτούτο Fraunhofer και επιχειρήσεις και οργανισμοί από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Τσεχία, τη Βρετανία και τη Σουηδία.
Το πρόγραμμα είχε αριθμό σύμβασης 217951, συνολικό κόστος 14.679.238,87 ευρώ και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 9.142.126 ευρώ.
Σύμφωνα με την επίσημη βάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Verint έλαβε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 1.260.573,79 ευρώ, ενώ για τη συμμετοχή του ΚΕΜΕΑ καταγράφονται 214.369,60 ευρώ. Η συνεργασία αφορούσε την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου τεχνολογικού συστήματος για την υποστήριξη επιχειρήσεων αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
Στην τεχνολογική του αρχιτεκτονική περιλαμβάνονταν συστήματα επιτήρησης με κάμερες, αυτοματοποιημένη ανάλυση εικόνας, αισθητήρες περιβάλλοντος και θερμοκρασίας, καθώς και κεντρικές πλατφόρμες διαχείρισης πληροφοριών.
Ο άνθρωπος της Verint που συντόνιζε το πρόγραμμα
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, δημοσιεύτηκε μέσω της ευρωπαϊκής υπηρεσίας CORDIS ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη των εργασιών του ESS (Emergency Support System), του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος για την ανάπτυξη τεχνολογιών επιτήρησης, συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, με στόχο την υποστήριξη των υπηρεσιών ασφαλείας και τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
Στην ανακοίνωση κατονομάζεται ο Gideon Hazzani, ως διευθυντής ανάπτυξης νέων επιχειρηματικών τεχνολογιών της Verint Systems, και συνδεόταν άμεσα με τον σχεδιασμό και τον συντονισμό του προγράμματος.
Ο Gideon Hazzani δεν ήταν ένα περιφερειακό στέλεχος της Verint. Ήδη το 2009 κατείχε διευθυντική θέση στην εταιρεία, ενώ το 2012 εμφανιζόταν ως διευθυντικό στέλεχος στον τομέα επικοινωνιών και κυβερνοπληροφοριών. Το 2014 παρουσιαζόταν εκ νέου ως διευθυντής νέων επιχειρηματικών τεχνολογιών.
Η νέα εταιρεία LibereU και η συνεργασία με την ΕΛΑΣ
Στις αρχές του 2021 ιδρύεται στο Ισραήλ μια άλλη εταιρεία, η LibereU Entrepreneurship Ltd, με έδρα την πόλη Ρισόν Λετζίον. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στην ανάλυση πληροφοριών, την κυβερνοασφάλεια και την ανάπτυξη τεχνολογικών λύσεων για αστυνομικές και άλλες υπηρεσίες ασφαλείας.
Το όνομα του Gideon Hazzani, του πρώην διευθυντικού στελέχους της Verint, θα εμφανιστεί ξανά στα επίσημα ευρωπαϊκά αρχεία, αυτή τη φορά ως ιδρυτή της νέας ισραηλινής εταιρείας LibereU, η οποία θα συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα ανάπτυξης τεχνολογιών παρακολούθησης σε συνεργασία με ελληνικούς κρατικούς φορείς.
Τον Ιούλιο του 2022 υπογράφεται η ευρωπαϊκή συμφωνία χρηματοδότησης με αριθμό 101073795.Πρόκειται για το POLIIICE (Powerful Lawful Interception, Investigation, and Intelligence), ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα που υλοποιήθηκε την περίοδο 2022–2025 από διεθνή κοινοπραξία εταιρειών, ερευνητικών οργανισμών και κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας, με αντικείμενο την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών υποκλοπής, συλλογής και ανάλυσης ψηφιακών επικοινωνιών.
Η συμμετοχή της LibereU στα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα είχε προκαλέσει αντιδράσεις, κυρίως στην Ισπανία. Στις 17 Ιουνίου 2025, δημοσιεύματα αναφέρουν για τις συνεργασίες του Υπουργείου Εσωτερικών, της Πολιτοφυλακής (Guardia Civil) και της Δημοτικής Αστυνομίας της Μούρθια με την ισραηλινή εταιρεία, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων POLIIICE και IAMI. Φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις κατήγγειλαν ότι η LibereU αναπτύσσει τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπων και συλλογής βιομετρικών δεδομένων, τις οποίες συνέδεσαν με την επιτήρηση του παλαιστινιακού πληθυσμού. Παράλληλα, απαίτησαν από την ισπανική κυβέρνηση και τον Δήμο της Μούρθια να δημοσιοποιήσουν λεπτομερώς τις αρμοδιότητες και τις δεσμεύσεις τους στο πρόγραμμα IAMI και να προωθήσουν τον αποκλεισμό της LibereU και άλλων ισραηλινών επιχειρήσεων από αντίστοιχα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος του Gideon Hazzani στο πρόγραμμα POLIIICE. Σύμφωνα με επίσημο ενημερωτικό υλικό ευρωπαϊκής ερευνητικής εκδήλωσης του 2024, εμφανίζεται ως τεχνικός συντονιστής του POLIIICE, με περισσότερα από 25 χρόνια εμπειρίας στον τομέα της τεχνολογίας και 16 διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε συστήματα επικοινωνιών και κυβερνοπληροφοριών.
Η κοινοπραξία του προγράμματος περιλάμβανε μεταξυ άλλων τη LibereU, την Ελληνική Αστυνομία, αλλά και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε για τη LibereU χρηματοδότηση 553.750 ευρώ, για το ΚΕΜΕΑ 215.125 ευρώ και για την Ελληνική Αστυνομία 78.750 ευρώ.
Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας 5G, οι εφαρμογές που προστατεύουν τα μηνύματα και τις συνομιλίες των χρηστών με κρυπτογράφηση και οι νέοι τρόποι επικοινωνίας δυσκολεύουν τις αστυνομικές αρχές να παρακολουθούν και να υποκλέπτουν επικοινωνίες. Το πρόγραμμα επιχείρησε να αναπτύξει νέες τεχνολογίες, που θα επέτρεπαν στις αστυνομικές αρχές να συλλέγουν και να αναλύουν πληροφορίες από αυτές τις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας.
Στο αντικείμενό του περιλαμβάνονταν η υποκλοπή τηλεφωνικών και διαδικτυακών επικοινωνιών, η συλλογή πληροφοριών από κινητά τηλέφωνα και η ανάπτυξη νέων μεθόδων για τον εντοπισμό της γεωγραφικής θέσης των χρηστών τους.
Παράλληλα, προβλεπόταν η ανάπτυξη εργαλείων που θα επέτρεπαν στις αστυνομικές υπηρεσίες να συνδυάζουν και να αναλύουν δεδομένα από διαφορετικές πηγές.
Στις 20 και 21 Μαΐου 2025, πραγματοποιήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας η τρίτη πιλοτική δοκιμή του POLIIICE. Η διοργάνωση έγινε από το Πολυτεχνείο της Μαδρίτης και το ελληνικό ΚΕΜΕΑ, στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου της Μάλαγας.
Η επίσημη ανακοίνωση της Πολωνικής Αστυνομίας, στις 6 Ιουνίου 2025, περιγράφει τις τεχνολογίες που παρουσιάστηκαν στους συμμετέχοντες.
Στη δοκιμή, η βρετανική CENTRIC παρουσίασε τεχνολογία που επιτρέπει τον εντοπισμό της θέσης ενός κινητού τηλεφώνου μέσω δεδομένων από διαδικτυακές διαφημίσεις, ακόμη και όταν το GPS είναι απενεργοποιημένο.
Η ισραηλινή LibereU, του Gideon Hazzani, παρουσίασε ένα σύστημα που συγκεντρώνει και αναλύει μεγάλο όγκο πληροφοριών από διαφορετικές ψηφιακές πηγές. Για τη λειτουργία του αξιοποιεί διαδικτυακές υπηρεσίες, όπως το Microsoft Azure, επιτρέποντας την επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων χωρίς να περιορίζεται στις δυνατότητες ενός μόνο υπολογιστή.
Το επόμενο πρόγραμμα και η βιομετρική ταυτοποίηση
Στις 28 Νοεμβρίου 2024, ενώ το POLIIICE βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, υπογράφηκε νέα συμφωνία χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για το πρόγραμμα IAMI (Identity Attributes Matrix Initiative), με αριθμό σύμβασης 101168272.
Η υλοποίησή του ξεκίνησε την 1η Φεβρουαρίου 2025 και προβλέπεται να ολοκληρωθεί στις 31 Ιανουαρίου 2028.
Ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρίσκονται μεταξύ άλλων ξανά η ισραηλινή LibereU, του Gideon Hazzani, αλλά και το ελληνικό Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ), ως εταίροι της ίδιας ευρωπαϊκής ερευνητικής κοινοπραξίας, καθώς και η Κυπριακή Αστυνομία.
Το αντικείμενο αφορά την ανάπτυξη τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης για τη σύνδεση διαφορετικών στοιχείων ταυτότητας και την υποστήριξη αστυνομικών ερευνών. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πρόγραμμα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα τρισδιάστατο μοντέλο που θα συνδυάζει βιομετρικά δεδομένα, όπως χαρακτηριστικά προσώπου και φωνής, με άλλα προσωπικά στοιχεία και πληροφορίες από διαφορετικές πηγές.
Στόχος είναι να μπορούν οι αρμόδιες υπηρεσίες να συνδέουν αυτές τις πληροφορίες με συγκεκριμένα πρόσωπα, να εντοπίζουν ψηφιακές ταυτότητες και να αναλύουν μεγάλο όγκο δεδομένων από διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα.
Η LibereU προβλέπεται να λάβει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 616.750 ευρώ, ενώ το ΚΕΜΕΑ 234.375 ευρώ, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 27 Οκτωβρίου 2026. Η συνολική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του IAMI ανέρχεται σε 3.746.252,47 ευρώ.
Η συνεργασία αυτή φαίνεται να συνεχίζεται και το 2026 με ορίζοντα το 2028. Στις 9 και 10 Ιουνίου 2026, το ελληνικό ΚΕΜΕΑ συνδιοργάνωσε με την Αστυνομία της Ισλανδίας, στο Ρέικιαβικ, το τρίτο εργαστήριο του IAMI, με αντικείμενο τη βιομετρική ταυτοποίηση και τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε αστυνομικές έρευνες.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του IAMI, εκπρόσωποι της LibereU και του ΚΕΜΕΑ συγκαταλέγονταν στους εισηγητές που παρουσίασαν τεχνολογίες και εφαρμογές για τη συλλογή, τη συσχέτιση και την αξιοποίηση πληροφοριών ταυτότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για το δεύτερο διαδοχικό ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα, στο οποίο συμμετέχουν από κοινού η ισραηλινή εταιρεία και η ελληνική πλευρά.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως όλα όσα παρουσιάζονται μέχρι τώρα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, όταν εξεταστούν συνολικά και διαχρονικά. Οι συνεργασίες που καταγράφονται στα επίσημα ευρωπαϊκά έγγραφα, η διαδρομή των εμπλεκόμενων προσώπων και το ιστορικό των εταιρειών αναδεικνύουν μια υπόθεση με σοβαρές προεκτάσεις για την Ελλάδα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, με δημόσια χρηματοδότηση, αναπτύσσονται συνεργασίες με εταιρείες που συνδέονται με την ισραηλινή βιομηχανία παρακολούθησης και με επιχειρήσεις που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο διεθνών καταγγελιών για την προμήθεια τεχνολογιών υποκλοπής και κατασκοπείας σε καθεστώτα που κατηγορούνται για βασανιστήρια, καταστολή και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν σκιές σχετικά με το εύρος αυτών των συνεργασιών, τις δυνατότητες των τεχνολογιών που αναπτύσσονται και την αξιοποίησή τους από τις ελληνικές αρχές.
Στην Ελλάδα του σκανδάλου των υποκλοπών με το Predator, η συνεργασία της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων κρατικών φορέων με ισραηλινές εταιρείες παρακολούθησης, που συνδέονται με ένα τόσο σκοτεινό διεθνές ιστορικό, αποτελεί σοβαρή πρόκληση. Τα ερωτήματα είναι πολλά και αφορούν άμεσα την ελληνική κοινωνία.
Δεν είναι δυνατόν να παραμένει αδιευκρίνιστο εάν οι τεχνολογίες αυτές έχουν περάσει από τα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα στην επιχειρησιακή χρήση από την Ελληνική Αστυνομία και τις υπηρεσίες του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ποιες δυνατότητες παρακολούθησης έχουν αποκτηθεί και ποιος αποκτά πρόσβαση στα δεδομένα που συγκεντρώνονται.
Και τελικά, πόσο απέχει η Ελλάδα από την ανάπτυξη ενός ακόμη πιο εκτεταμένου μηχανισμού ηλεκτρονικού φακελώματος, με τη συνδρομή και πάλι ισραηλινών εταιρειών, που δραστηριοποιούνται διεθνώς στον τομέα της παρακολούθησης των πάντων;
Διαβάστε ολόκληρο το ενδιαφέρον άρθρο στο info-war.gr



