ΑρχικήΔιαβάζουμεΤράμπ σε δημοσιογράφους: "Δώστε τις πηγές ή πάτε φυλακή"

Τράμπ σε δημοσιογράφους: “Δώστε τις πηγές ή πάτε φυλακή”

Πώς η οι νυχτερινές έφοδοι του FBI και η ποινικοποίηση της ερευνητικής δημοσιογραφίας δημιουργούν ένα εφιαλτικό προηγούμενο για την ελευθεροτυπία σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο

Γράφει στο Κουτί της Πανδώρας ο Χάρης Φραντζής  

- Advertisement -

Η σταδιακή μετατόπιση μιας ηγεμονικής αστικής δημοκρατίας προς τον αυταρχισμό δεν συντελείται ποτέ εν μιά νυκτί· εκδηλώνεται μέσα από την αργή, συστηματική διάβρωση των ανασχετικών της μηχανισμών. Για το ελληνικό και το ευρωπαϊκό κοινό, που παρακολουθεί συχνά με αμηχανία τις πολιτικές ανατροπές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα όσα διαδραματίζονται το τελευταίο διάστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν απλώς μια μακρινή εσωτερική υπόθεση. Η απροκάλυπτη προσπάθεια της διοίκησης Τραμπ να μετατρέψει την ερευνητική δημοσιογραφία σε ποινικό αδίκημα και τους λειτουργούς του Τύπου σε «ουσιώδεις μάρτυρες» ή δυνητικούς υπόδικους συνιστά ένα επικίνδυνο υπόδειγμα, ειδικά όταν και στη χώρα μας οι SLAPP αγωγές κατά δημοσιογράφων πάνε και έρχονται. Όταν η ισχυρότερη δύναμη της Δύσης επιχειρεί να επιβάλει σιωπή στους δημοσιογράφους της, το μήνυμα που εκπέμπεται παγκοσμίως είναι ότι η εξουσία δικαιούται να ορίζει ανεξέλεγκτη τα όρια του τι μπορεί και τι δεν μπορεί να λεχθεί.

Από την πολιτική υστερία στον κρατικό εκφοβισμό

Για όσους αναλύουν τη φυσιογνωμία του Αμερικανού Προέδρου, η εμμονή του με τη φυλάκιση δημοσιογράφων ουδέποτε υπήρξε μια απλή προεκλογική υπερβολή. Είτε από τον θώκο του Λευκού Οίκου είτε ως επιχειρηματίας, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφραζε ανέκαθεν μια βαθιά περιφρόνηση προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία του Τύπου, επενδύοντάς την συχνά με εκφράσεις νοσηρού χαρακτήρα.

- Advertisement -

Στην προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές του 2022, ο Τραμπ, υποστηρίζοντας υποψηφίους του κόμματός του, είχε επιτεθεί με σφοδρότητα στη διαρροή του προσχεδίου της ιστορικής απόφασης Dobbs από το Ανώτατο Δικαστήριο, η οποία ακύρωνε το ομοσπονδιακό δικαίωμα στην άμβλωση. Περιγράφοντας στο ακροατήριό του τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος θα εξανάγκαζε έναν δημοσιογράφο να αποκαλύψει την πηγή του, δεν δίστασε να καταφύγει σε μια εικόνα ενδεικτική του αυταρχισμού του:

«Ένας δημοσιογράφος πάει στην φυλακή. Όταν αυτός ο δημοσιογράφος μάθει ότι σε δύο μέρες πρόκειται να παντρευτεί έναν συγκεκριμένο συγκρατούμενό του που είναι εξαιρετικά δυνατός, σκληρός και κακός, θα πει –αυτός ή αυτή– “Νομίζω ότι θα σας δώσω την πληροφορία. Ορίστε ο πληροφοριοδότης, βγάλτε με από δω μέσα”».

Η συγκεκριμένη ρητορική πέρασε γρήγορα στο πεδίο της κρατικής απειλής. Τον περασμένο Απρίλιο, όταν αποκαλύφθηκε ότι ένα μέλος του πληρώματος αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους αγνοούνταν μετά από την κατάρριψή του στο Ιράν, ο Τραμπ διαμήνυσε με ύφος: «Θα πάμε στο ειδησεογραφικό μέσο που το δημοσίευσε και θα πούμε: Εθνική ασφάλεια. Τον παραδίδεται ή πάτε φυλακή».

AP26196664668487
Acting Attorney General Todd Blanche appears before the Senate Judiciary Committee on Capitol Hill in Washington, Wednesday, July 15, 2026.  (AP Photo/Mark Schiefelbein)

Το σκάνδαλο του «Air Force One» και η οργή του Λευκού Οίκου

Η μετάβαση από τις απειλές στην καταστολή εκδηλώθηκε με πρωτοφανή ένταση όταν οι New York Times έφεραν στο φως ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νέο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One –δωρεά του Κατάρ προς τις ΗΠΑ– και να χρησιμοποιήσει το παλαιότερο για την πτήση επιστροφής του από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, καθώς το νέο στερούνταν βασικών αντιπυραυλικών συστημάτων.

Πριν από τη δημοσίευση, ανώτερο στέλεχος του FBI επιχείρησε να «πείσει» την εφημερίδα να μην δημοσιεύσει το άρθρο, επικαλούμενο λόγους «εθνικής ασφάλειας». Η εφημερίδα αρνήθηκε να υποκύψει στην πίεση. Η αντίδραση της αμερικανικής διοίκησης υπήρξε ακαριαία καθώς εντός σαράντα οκτώ ωρών, τουλάχιστον τέσσερις δημοσιογράφοι της εφημερίδας έλαβαν κλήσεις να εμφανιστούν ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στο Μανχάταν.

Όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, ο Λευκός Οίκος έδωσε απευθείας εντολή στον διευθυντή του FBI, Κας Πάτελ, να επιβλέψει προσωπικά την έρευνα για τη διαρροή. Ο Πάτελ πέρασε ολόκληρη την ημέρα έκδοσης των κλητεύσεων οχυρωμένος εντός του Λευκού Οίκου –μια τακτική που καταστρατηγεί κάθε έννοια θεσμικής αυτονομίας των αρχών επιβολής του νόμου. Οι Times προσέφυγαν δικαστικά με σφραγισμένο δικόγραφο ζητώντας την ακύρωση των κλήσεων, καταγγέλλοντας ότι εκδόθηκαν κακόπιστα ως μέτρο εκδίκησης και τιμωρίας για τη δημοσιογραφική τους κάλυψη.

Όλη αυτή η συνθήκη γεννάει το ερώτημα εάν ήταν πράγματι η εθνική ασφάλεια που ανησύχησε τον Αμερικανό Πρόεδρο ή μήπως ήταν ο φόβος κηλίδωσης της προσωπικής του εικόνας για τις τεχνικές ελλείψεις ενός αμφισβητούμενου «δώρου», η αναβάθμιση του οποίου επιβάρυνε τελικά τους Αμερικανούς φορολογούμενους με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.

AP22109472332772
FILE – A sign for The New York Times hangs above the entrance to its building, Thursday, May 6, 2021 in New York. (AP Photo/Mark Lennihan, File)

Η κυνική παρομοίωση με το «τροχαίο» και η συνθηκολόγηση

Στην προσπάθειά του να διατηρήσει μια εικόνα νομιμότητας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα των κλητεύσεων. Κατά την ακρόαση για την επιβεβαίωση του διορισμού του, ο υπηρεσιακός Υπουργός Δικαιοσύνης, Τοντ Μπλανς, παρουσίασε την παρέμβαση ως μια τυπική διαδικασία:

«Δεν στοχοποιούμε δημοσιογράφους. Είναι ουσιώδεις μάρτυρες, όπως ακριβώς ένας δημοσιογράφος θα ήταν ουσιώδης μάρτυρας σε ένα τροχαίο ατύχημα. Το ερώτημα που θέλουμε να τους θέσουμε είναι ποιος τους παρείχε διαβαθμισμένες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας».

Η εξίσωση της ερευνητικής δημοσιογραφίας με τη μαρτυρία σε ένα τυχαίο τροχαίο συνιστά εμπαιγμό. Η προστασία της ανωνυμίας των πηγών αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της ελεύθερης ενημέρωσης σε κάθε δημοκρατική πολιτεία. Χωρίς την εγγύηση της εμπιστευτικότητας, ο έλεγχος της εξουσίας καθίσταται αδύνατος.

Ο αρχισυντάκτης των Times, Τζόζεφ Καν, συμπύκνωσε την ουσία της αποστολής του Τύπου:

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό που μπορεί να κάνει ένα ανεξάρτητο ειδησεογραφικό μέσο σε μια δημοκρατία από το να καλύπτει πλήρως και δίκαια τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιοι αξιωματούχοι προστατεύουν την εθνική ασφάλεια και χρησιμοποιούν τα χρήματα των φορολογουμένων».

Ωστόσο, η στρατηγική του Τραμπ δεν εξαντλείται στις δικαστικές κλήσεις. Μεταβαίνοντας από τους υβριστικούς αφορισμούς του παρελθόντος («απόβρασμα», «εχθροί του λαού») στην πλήρη εργαλειοποίηση του ποινικού και αστικού δικαίου, η αμερικανική διοίκηση εξαπολύει έναν καταιγισμό «SLAPP αγωγών». Αντιμέτωποι με αυτή την πίεση, ισχυροί ειδησεογραφικοί όμιλοι επιλέγουν τον συμβιβασμό, φοβούμενοι τις οικονομικές επιπτώσεις και τη συνεχή δικαστική ταλαιπωρία που συνεπάγεται μια σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο.

AP26036678997860
The Washington Post office following a mass layoff, Thursday, Feb. 5, 2026, in Washington. (AP Photo/Allison Robbert)

Νυχτερινές έφοδοι και ο Νόμος περί Κατασκοπείας

Η κρατική καταστολή προσέλαβε φυσική υπόσταση τα ξημερώματα της 14ης Ιανουαρίου, όταν πράκτορες του FBI εισέβαλαν στην οικία της δημοσιογράφου της Washington Post, Χάνα Νάτανσον. Οι αρχές κατέσχεσαν τους υπολογιστές και τα τηλέφωνά της στο πλαίσιο έρευνας για έναν κυβερνητικό ανάδοχο που κατηγορείται για παράνομη κατοχή διαβαθμισμένων εγγράφων. Παρότι οι δικαστικές αρχές έχουν προς το παρόν μπλοκάρει την ανεξέλεγκτη πρόσβαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης στα προσωπικά δεδομένα της Νάτανσον, το μήνυμα τρομοκράτησης εστάλη. Παράλληλα, παρόμοιες κλητεύσεις σε δημοσιογράφους της Washington Post και της Wall Street Journal αποσύρθηκαν μόνο μετά από σθεναρή νομική αντίσταση των μέσων.

Η μεγαλύτερη ανησυχία των νομικών κύκλων στις ΗΠΑ επικεντρώνεται στην ενδεχόμενη άσκηση απευθείας ποινικής δίωξης κατά δημοσιογράφων βάσει του αμφιλεγόμενου Νόμου περί Κατασκοπείας (Espionage Act) για τη δημοσίευση διαβαθμισμένων πληροφοριών.

Ο Μπρους Ντ. Μπράουν, πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογράφων για την Ελευθερία του Τύπου, σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Εκτός κι αν ασκηθεί δίωξη σε δημοσιογράφο βάσει του Νόμου περί Κατασκοπείας, η λέξη “κλιμάκωση” δεν σημαίνει πια τίποτα. Έχουμε μπει πλέον σε κυνηγητική περίοδο».

Ιστορικά, οι αμερικανικές κυβερνήσεις –ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης– προσέφευγαν στην κλήτευση δημοσιογράφων για υποθέσεις διαρροών εθνικής ασφάλειας μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Ο Γκέιμπ Ρότμαν, στέλεχος της ίδιας Επιτροπής, καταγράφει μόλις τρία τέτοια περιστατικά από το 2000 έως σήμερα. Οι εσωτερικοί κανονισμοί του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που ισχύουν από το 1970, ορίζουν ότι η κλήτευση επιτρέπεται μόνο όταν οι πληροφορίες είναι «απαραίτητες» και αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι εύλογες προσπάθειες απόκτησής τους από άλλες πηγές.

Ωστόσο, αυτές οι δικλείδες ασφαλείας αποδεικνύονται απατηλές απέναντι σε μια κυβέρνηση αποφασισμένη να τις αγνοήσει, καθώς δεν διαθέτουν άμεση εκτελεστότητα στα δικαστήρια. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, ήδη από το 1972, είχε αποφανθεί ότι οι δημοσιογράφοι δεν εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης ενώπιον σώματος ενόρκων, αφήνοντας μόνο ένα στενό παράθυρο προστασίας σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται η κακόβουλη πρόθεση της εξουσίας, ακριβώς δηλαδή αυτό που επικαλούνται σήμερα οι Times.

Το πιθανότερο είναι οι δημοσιογράφοι των Times να μην οδηγηθούν άμεσα στις φυλακές, καθώς το δικαστικό σύστημα σπάνια εγκρίνει τόσο ακραία μέτρα στα αρχικά στάδια μιας διαδικασίας. Η ουσία του προβλήματος όμως έγκειται στην ταξική ασυμμετρία των μέσων ενημέρωσης. Αν οι New York Times διαθέτουν τους τεράστιους πόρους και το θεσμικό εκτόπισμα να αντέξουν τη δικαστική πίεση, πόσα μικρότερα, ανεξάρτητα ή περιφερειακά μέσα θα τολμήσουν να αγγίξουν θέματα που ενοχλούν την εξουσία;

Η αυτολογοκρισία που γεννιέται από τον φόβο της οικονομικής και ποινικής εξόντωσης αποτελεί τον πραγματικό στόχο της τακτικής του Τραμπ. Και αυτό το φαινόμενο, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά και στην Ευρώπη, αποτελεί την αρχή του τέλους για κάθε ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ