Το SLAPP ως αντίδραση της ελίτ απέναντι στην ερευνητική δημοσιογραφία

Γράφει ο Ο Paul Mason*

Πηγή: Αυγή 

Η εμφάνιση του SLAPP -της χρήσης αγωγών για να επιβληθεί σιωπή στους δημοσιογράφους- δεν πρέπει να θεωρείται μια απλή ενέργεια της παγκόσμιας εταιρικής ελίτ, αλλά μια αντίδραση από μέρους της. Μέχρι το 2008 η mainstream δημοσιογραφία έτεινε να αντιμετωπίζει την εταιρική διαφθορά ως παρέκκλιση, διά της ανακάλυψης μερικών, τυχαίων, “σάπιων μήλων”. Όμως η παγκόσμια οικονομική κρίση, που πυροδοτήθηκε από το συστηματικό «μαγείρεμα» των βιβλίων της Lehman Brothers και τη συστηματική αποτυχία των ρυθμιστικών Αρχών παντού, άλλαξε τις αντιλήψεις των δημοσιογράφων.

Θυμάμαι ξεκάθαρα, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, να λέω σε  στέλεχος της βρετανικής ρυθμιστικής Αρχής ότι το σκάνδαλο της Enron υπονόμευε την πίστη των ανθρώπων στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς. “Αν υπάρξει κι άλλη Enron”, μου απάντησε, “ακόμα κι εγώ θα πάψω να πιστεύω στον  καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς”. Συνέβη όμως εντέλει να υπάρξουν πολλές Enron.

Ως απάντηση σε αυτά, ξεπήδησε ένα νέο είδος δημοσιογραφίας. Αυτό που έκαναν τα WikiLeaks στην εικόνα του αμερικανικού στρατού, στην Ελλάδα το έκαναν μέσα όπως  η ΑΥΓΗ, το Documento, το PressProject και άλλα στην εικόνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και παρ’ όλο που εμείς στα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα δεν ήμασταν στην πρώτη γραμμή του “σκαλίσματος της βρομιάς”, παρατήρησα ότι οι αρχισυντάκτες μου, μετά το 2008,  επέδειξαν έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό ως προς τις αποκαλύψεις. Κανείς δεν ήθελε να είναι ο συντάκτης που αγνόησε ένα μεγάλο σκάνδαλο.

Και καθώς projects όπως τα Panama Papers ενισχύθηκαν, κατέστη σαφές ότι υπήρχε ένα νέο πλαίσιο για την αναφορά φοροδιαφυγής, διαφθοράς και εταιρικού εγκλήματος. Δεν αναφέραμε πλέον “σάπια  μήλα” αλλά ένα κακό σύστημα – ένα παγκόσμιο δίκτυο ολιγαρχικής εξουσίας, που απλώνεται σε τράπεζες, εταιρείες, φορολογικούς παραδείσους και κράτη.

Τα SLAPPs είναι μόνο μία από τις αντιδράσεις εκείνων που βρίσκονται στην εξουσία. Μια πιο άμεση αντίδραση ήταν, απλούστατα, το να δολοφονείς ερευνητικούς δημοσιογράφους – από τη Ρωσία και τη Μάλτα έως τη Σλοβακία και την Ελλάδα. Μια δεύτερη, εξίσου ισοπεδωτική απάντηση είναι η κρατική παρενόχληση και η δυσφήμηση των ερευνητικών δημοσιογράφων, με τη χρήση νόμων για τα “fake news”, η στοχευμένη απόσυρση της διαφήμισης και στη συνέχεια η ανελέητη επίθεση από τρολ του Διαδικτύου, με doxxing και προσβολές. Όλα αυτά δεν στοχεύουν μόνο λίγους σκληρά μαχόμενους βετεράνους της ερευνητικής δημοσιογραφίας, αλλά ολόκληρο το οικοσύστημα που μπορεί να τους υποστηρίξει.

Τα SLAPPs αξιοποιούν το ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουν οι εταιρείες έναντι των δημοσιογράφων: το χρήμα. Καθιστούν εξαιρετικά ακριβό το να υπερασπιστείς τον εαυτό σου απαιτώντας -ακόμα και για τους γενναίους- την αποφυγή του κινδύνου που ενέχει η αναζήτηση της αλήθειας. Για τους όχι και τόσο γενναίους, εξαναγκάζει αρχισυντάκτες και δημοσιογράφους να κάνουν “μεγάλα πράγματα ενάντια σε μικρούς εχθρούς”: Είναι πολύ λιγότερο χρονοβόρο να αποκαλύψεις μια παρατυπία σε μια μικρή ΜΚΟ απ’ ό,τι σε ένα υπουργείο ή σε μια εταιρεία. Και μπορείς ακόμα να κερδίζεις βραβεία Πούλιτζερ επειδή κυνήγησες το μικρό ψάρι.

Η ξαφνική επικράτηση των SLAPPs είναι η απόδειξη μιας μη αναστρέψιμης μετατόπισης του πλαισίου εστίασης της δημοσιογραφίας: από την αναζήτηση μεμονωμένων δραστών στην αποκάλυψη των δικτύων της ολιγαρχικής εξουσίας.  Άρα, κατά κάποιον τρόπο, η άνοδος των SLAPPs οφείλεται στην πρόοδο. Το να υποστηρίξει κανείς το 2000 ότι όλο το σύστημα του καπιταλισμού στηριζόταν στην οργανωμένη διαφθορά θα μπορούσε να προκαλέσει την απόλυση από ένα μέσο όπως το BBC. Σήμερα, είναι λίγο-πολύ η κεντρική υπόθεση για πολλούς δημοσιογράφους σε mainstream μέσα ενημέρωσης.

Η καλύτερη άμυνά μας απέναντι στα SLAPPs είναι η μεταρρύθμιση των νόμων για συκοφαντική δυσφήμιση, όμως λίγες προοδευτικές κυβερνήσεις ή κόμματα θα το βάλουν ως προτεραιότητα. Η καλύτερη άμυνά μας απέναντι στις δολοφονίες και τον εκφοβισμό των δημοσιογράφων είναι να υπάρχει μια αστυνομία που ασχολείται ουσιαστικά με το θέμα. Ωστόσο, η ενεργός μεταρρύθμιση της αστυνομίας και του συστήματος Δικαιοσύνης υποχωρεί και πάλι στις προτεραιότητες της Αριστεράς.

Αν και η διπλή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ήταν απόδειξη της ανθεκτικότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα εξουσίας θα έπρεπε να έχει κάνει περισσότερα για να εμβαθύνει τη δημοκρατία και να είχε οικοδομήσει ανθεκτική βάση για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Ειδικότερα στην Ελλάδα, η καθυστέρηση της νομικής διαδικασίας και η πολιτικοποίηση της δικαστικής εξουσίας αποτελούν τεράστια εμπόδια για την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοσιογραφική αλήθεια.

Εάν έχουμε ξανά στην Ελλάδα αριστερή κυβέρνηση, η επιτακτική μεταρρύθμιση των θεσμών και η ενίσχυση της ελευθερίας του Τύπου θα πρέπει να θεωρηθούν ισάξιας σημασίας μέτρα με αυτά που στρέφονται ενάντια στη λιτότητα, ενάντια στη φτώχεια και που ενισχύουν την εργασία και τα συνδικάτα. Πιθανώς, υπάρχει μια πτέρυγα ακόμα και της αστικής τάξης που είναι έτοιμη να στηρίξει ένα τέτοιο εγχείρημα, αφού η εταιρική διαφθορά είναι αυτό που εμποδίζει την πραγματική επιχειρηματικότητα. Η έκθεση του MFRR πρέπει να αποτελέσει το έναυσμα όχι μόνο για περισσότερη διαμαρτυρία, αλλά και για τον σχεδιασμό ενός αριστερού κυβερνητικού προγράμματος που θα θεραπεύσει δεκαετίες ολιγαρχικής, εγκληματικής κακοδιαχείρισης .

* Ο Paul Mason είναι αρχισυντάκτης οικονομικού Ρεπορτάζ στο Channel 4

Leave a Reply

Your email address will not be published.